βάρει

βάρει
βάρος
weight
neut nom/voc/acc dual (attic epic)
βάρεϊ , βάρος
weight
neut dat sg (epic ionic)
βάρος
weight
neut dat sg
βά̱ρει , βᾶρις
Et.Gud.
fem nom/voc/acc dual (attic epic ionic)
βά̱ρεϊ , βᾶρις
Et.Gud.
fem dat sg (epic ionic)
βά̱ρει , βᾶρις
Et.Gud.
fem dat sg (attic ionic)
βαρέω
weigh down
pres imperat act 2nd sg (attic epic)
βαρέω
weigh down
imperf ind act 3rd sg (attic epic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • βαρέι — βαρέϊ , βαρύς heavy in weight masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρεῖ — βαρέω weigh down pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) βαρέω weigh down pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) βαρύς heavy in weight masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαρεῖ' — βαρεῖο , βαρέω weigh down pres opt mp 2nd sg (epic ionic) βαρεῖαι , βαρέω weigh down pres ind mp 2nd sg (epic ionic) βαρεῖα , βαρύς heavy in weight fem nom/voc sg βαρεῖαι , βαρύς heavy in weight fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • отѧгъчати — ОТѦГЪЧА|ТИ 1 (14), Ю, ѤТЬ гл. 1.Сделать тяжелым, отяжелить. Образн.: ѥгда не можеть рука Г(с)нѧ сп҃сти. или ѡтѧгчалъ ѥсть мл(с)ть свою. грѣси разлучаю(т) межю Бг҃мь и нами. и грѣ(х) ради наши(х) ѿврати лице свое ѿ на(с). ЛЛ 1377, 139 (1193). 2.… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • Ударение в грамматике — (лат. ictus = удар, У.). Под этим грамматическим термином разумеются разные оттенки силы и музыкальной высоты звука, наблюдаемые в речи. Смотря по тому, рассматриваем ли мы эти оттенки внутри одного слога, или внутри целого слова, или, наконец,… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Ударение (грамм.) — (лат. ictus = удар, У.). Под этим грамматическим термином разумеются разные оттенки силы и музыкальной высоты звука, наблюдаемые в речи. Смотря по тому, рассматриваем ли мы эти оттенки внутри одного слога, или внутри целого слова, или, наконец,… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • ένας — (I) ἔνας και δωρ. τ. ἔνος (Α) την τρίτη ημέρα, μεθαύριο. (II) μία και μια, ένα και εις, μία, εν (AM εἷς, μία, ἕν, Μ και ἕνας, μία, ἕνα) 1. αριθμητικό που εκφράζει την έννοια τής μονάδας («εἷς βασιλεύς», Ομ.) 2. συχνά με έμφαση («πιστεύω εἰς ἕνα… …   Dictionary of Greek

  • ήλιος — (Ηelianthus annus). Μονοετές φυτό της οικογένειας των δικοτυλήδονων συνθέτων. Η επιστημονική του ονομασία είναι ηλίανθος ο ετήσιος. Κατάγεται από την Κεντρική Αμερική, αλλά διαδόθηκε και καλλιεργείται σε διάφορες χώρες κυρίως για τον εδώδιμο… …   Dictionary of Greek

  • κατήγορος — ο (AM κατήγορος) 1. αυτός που διατυπώνει κατηγορία, που καταγγέλλει αξιόποινη πράξη υποβάλλοντας στις δικαστικές αρχές μήνυση εναντίον τού δράστη, ο μηνυτής, ο ενάγων (α. «οι συκοφαντίες τού κατηγόρου μου έπεσαν στο κενό» β. «φησὶ δὲ ὁ κατήγορος …   Dictionary of Greek

  • ξαμώνω — (Μ ξαμώνω και ἐξαμώνω και ἀξαμώνω) 1. σηκώνω το χέρι για να χτυπήσω κάποιον («κι απόκει τρέχ απάνω ντου με τ αγριωμένο χέρι, κι εξάμωσε να τού βαρεί ς τσί κεφαλής τα μέρη», Ερωτόκρ.) 2. ορμώ, επιτίθεμαι 3. υπολογίζω το μέγεθος, το βάρος, τη… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”